Ψυχές και Σώματα

Souls and Bodies

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

Κεφ. 1: Ο τελευταίος σταθμός του πόθου

Κοίταξα τον ουρανό ασυναίσθητα. Το κορμί μου πάνω στην πλωτή εξέδρα που κουνιόταν στον δικό της ρυθμό, τον ίδιο ρυθμό του κουρασμένου κύματος, ήταν παραδομένο στην ερωτική του πάλη με τον ήλιο. Η γλυκειά, αρμυρη κεινη αύρα χάιδευε ύπουλα και ηδονικά το πρόσωπο μου, συνάμα μια κραυγή πόνου προσπαθούσε να βγει από μέσα μου.

Ο ουρανός, απελπιστική διέξοδος για τους ρεαλιστές, η μόνη λογική για τους ουτοπιστές.

Ασυναίσθητα συνέχισα να ψάχνω το απροσδιόριστο, το τίποτα, και η σκέψη του Λίνου στριφογύριζε συνέχεια στο μυαλό μου. Η δομή της σκέψης μου ήταν απάνθρωπη και σκληρή, δεν μπορούσα όμως να σκεφτώ διαφορετικά, η εικόνα δεν μπορούσε να είναι αλλιώς. Ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζα την αλήθεια τούτη πρόσωπο με πρόσωπο. Τα συναισθήματα μου ήταν ανάμικτα, η αναστάτωση μεγάλη. Μέσα στη δίνη του φρικτού φόβου για τον θάνατο, για την αρρώστια κεινη που την ένιωθα τώρα πια διπλά μου να απειλεί τη ζωή μου, ανάμεσα στη φοβερή εκείνη λύπη που ένιωθα για τον Λίνο και την έντονη επιθυμία για την κάποια ασήμαντη βοήθεια που τόσο πολύ ήθελα να προσφέρω σε κεινο τον άνθρωπο, κάπου ένιωσα κάποιον μυστικό θαυμασμό και σεβασμό για την απόφαση ζωής που είχε πάρει, για τον τρόπο ζωής του. Ανάμικτα συναισθήματα, ντροπή, και μέσα από όλα αυτά η έντονη σκέψη της σαρκικής ματαιότητας, η σταδιακής της εξέλιξη σε σκόνη, η δόξα της πνευματικής φθοράς και του ερωτικού εθισμού.

Τόσος φόβος, τόση απελπισία για ένα μηδέν, για το τίποτε.

Η πραγματική αντιμετώπιση της αλήθειας ήρθε ένα απόγευμα στο γενικό νοσοκομείο Λευκωσίας. Η ζεστή ήταν αφόρητη, το τοπίο του μεσημεριού χανόταν μέσα στην ηλιακή αύρα, ήταν τόσο αποπνικτικό. Ξεκινήσαμε λίγο μετά το μεσημέρι απ’ την Λεμεσό, την ώρα που ο ήλιος είχε απλωθεί κυριαρχικά με δυναμισμό και ζήλο σε ολόκληρο το νησί, εκμηδενίζοντας κάθε φυσική αντίσταση. Το τοπίο θόλωνε απ’ την άχνα της ζεστής, η κάθε σκέψη σταματούσε, η πνευματική αποχαύνωση ήταν η εξουσία του μεσημεριού. Αυτή ήταν η Κύπρος, σκέφτηκα, ξερή, διψασμένη η γη της να ξεσκίζεται στους τραπέντα βαθμούς, να γίνεται σεληνιακό τοπίο μ’ ένα ενιαίο χρώμα κι’ από μέσα της να αναδύονται αγέρωχα κι’ αιωνία οι πανάρχαιοι σύντροφοι της, κεινα τα δέντρα τα χλωμά, που υπομένουν τα πάντα με στωικότητα, που κανένας ήλιος, καμία βροχή δεν τα εξουσιάζει, το μοναδικό είδος ζωής που δεν την έχει προδώσει μέσα στους αιώνες.
Ακόμα κι’ αν πεθάνουν, μένουν εκεί αυτά, όρθια και περήφανα, μην την εγκαταλείψουν, χωρίς αυτά θα σβήσει κι αυτή, θα μαραθεί, ποιος θαναι εκεί να την συντροφεύει.

Μέσα στην ζεστή και τη σιωπή μου, απομονωμένος από την λυπηρή κουβέντα του Δημήτρη και της Νάγιας, προσπαθούσα να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου, να συνειδητοποιήσω την τελευταία πράξη της τραγωδίας που δεν ήθελα να πιστέψω, ήμουν τόσο συγχυσμένος, τόσο μετέωρος. Δυο μέρες μετά που ήρθα στην Κύπρο για τις διακοπές του εξαμήνου ο Δημήτρης με μεγάλο κόπο μου αποκάλυψε ακόμα μια αλήθεια της ζωής που για μένα ήταν ένας απόμακρος εφιάλτης, που αφορούσε τους άλλους κι όχι εμάς. Δεν ήμουν τότε τόσο ρεαλιστής για να αντιληφτώ την ανθρώπινη δυστυχία τούτου του βαθμού που άνοιξε στη ζωή όλων μας ένα καινούργιο κεφάλαιο, μια πορεία πιο ανηφορική και δύσκολη, ένα χάος σκέψεων και φόβου, μετεωρισμού και αμφιβολίας.

Τα χιλιόμετρα λιγόστεψαν, δεν υπήρχαν πια. Η δοκιμασία στους δρόμους της πρωτεύουσας ήταν μικρή και τελείωσε σύντομα. Φτάσαμε στο νοσοκομείο γεμάτοι αμφιβολίες. Τα ερωτήματα ήταν άπειρα όπως άπειρη και η απόγνωση, μέσα η αστάθεια και το κενό ακόμα περισσότερα. Ήταν το τι, το πως, το γιατί, η απάνθρωπη μαγεία του ποτέ και του που, πόσος απάνθρωπος νιώθω σε κάποιες στιγμές, χωρίς κίνητρα κακίας, είναι η μικροπρεπής περιέργεια, ο πόνος, η αμάθεια.

Το νοσοκομείο είχε ανεξίτηλα τα σημάδια του χρόνου πάνω του. Μνημείο παλιάς κυριαρχίας, ξεθωριασμένης εξουσίας, ορθωνόταν εκεί, μαραμένο, ζώντας ακόμα με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να προσφέρει ζωή μέσα από την σαπισμένη του ψυχή. Οι σκάλες μας ανέβασαν στον πρώτο όροφο, στον σκοπό μας.

Ο διάδρομος του νοσοκομείου μακρύς και ψυχρός, απρόσωπος. Το βασίλειο της ασθενείας, προπύργιο του θανάτου. Μηδαμινή η ύπαρξη της άμυνας, της επίθεσης για σωτηρία, για απολύτρωση. Αιωνία τα λεπτά της διαδρομής, τρομακτικό το μονοπάτι χωρίς τέλος. Πρόσωπα και κορμιά μαραμένα, ασθενικά, πόση δύναμη μπορεί ναχει ο θάνατος πάνω στην ομορφιά, κάνεις στην πραγματικότητα δεν είναι Ρωμαίος, κάνεις δεν είναι ο Άδωνης, όλοι κοινοί, κρυφοί Νάρκισσοι στην δύναμη της φθοράς και της θνησιμότητας.

Ο διάδρομος του νοσοκομείου ατέλειωτος και ψυχρός, απρόσωπος. Το τέλος δεν έχει σημάδι, κανένα χαρακτηριστικό. Είναι άμορφο και άπλαστο. Στα μαραμένα πρόσωπα έβλεπα το τέλος, στα μαραμένα κορμιά θέριζε το τέλος, μέσα τους έστηνε ο θάνατος χορό, άρχιζε από τώρα να γιορτάζει την αυριανή βασιλεία του σκότους, μέσα σε κεινα τα κορμιά, που κάποτε βασίλευε το σφρίγος, που ‘ρθανε στον κόσμο σε στιγμές παροξυσμού, όταν η ορμή κι ο πόθος έπνιγαν την λογική, όταν η ορμή κι ο πόθος ήταν η μόνη λογική για να φέρει το σήμερα, το αύριο και το πάντα.

Ο διάδρομος του νοσοκομείου, ψυχρός και απρόσωπος άρχισε απροσδιόριστα να δείχνει το δικό του τέλος. Ένιωθα κενός, φοβισμένος, δεν ένιωθα τίποτα. Ρίγος με κυριάρχησε όταν αντιμετώπισα κεινο το δωμάτιο χωρίς αριθμό, την είσοδο κεινη στην σκοτεινή αιωνιότητα, σ’ενα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Κάπου ένιωθα ότι με πλημμύριζε το θάρρος, κάπου ήμουν σίγουρος γι’αυτο. Η Νάγια κι’ ο Δημήτρης διπλά μου βουβοί κι αμίλητοι. Κι οι δυο έτρεμαν στην ιδέα, κάνεις δεν ήξερε τι θα δει.

Το ζεστό χαμόγελο της μάνας μας έβγαλε απ’τον ειρμό των σκέψεων μας και του φόβου μας. Το βλέμμα της όμως, γεμάτο σπαραγμό φώναζε κεινη την πικρή αλήθεια που κάνεις δεν ήθελε να ξέρει.
Οι ομιλίες, οι φωνές, τα τυπικά τα λόγια στόλιζαν το δωμάτιο, όμως η νεκρική σιγή βασίλευε παντού, αυτό μπορούσα να το νιώσω, κάτω απ’ την ψεύτικη ευθυμία του καλωσορίσματος, κάτω απ’ την ψεύτικη χαρά της συνάντησης. Ποιος θέλει τον ξένο μέσα στον πόνο του, όταν τα λόγια της παρηγοριάς είναι ουσιαστικά τα λόγια της ανακούφισης του ξένου που δεν ζει την οδύνη και το τέλος, και πως μπορεί ο ξένος να μείνει μακριά απ’ τον πόνο κάποιου ανθρώπου που υπήρξε στη ζωή του τόσα χρόνια. Είναι ο θρίαμβος που νιώθει, το δράμα του αλλού δεν είναι δικό του, είναι εκεί για συμπαράσταση, για συμπόνια που ξεχνά όταν πάει στο σπίτι του, αλλά η τραγωδία δεν είναι δική του, ο πόνος, ο σπαραγμός, το τέλος δεν είναι τα δικά του, είναι ευτυχώς ξένος.

Μέσα στο δωμάτιο υπήρχαν δυο μοναχά ξεφτιλισμένα κορμιά. Το τρίτο κρεβάτι ήταν άδειο, το κορμί εκείνο είχε μεταβληθεί ξανά σε σταχτή, είχε γίνει σκόνη, ένα με το χώμα, αρχή και τέλος της ζωής το ίδιο, δέκα μέρες μόλις πριν. Αφήσαμε εκείνο το κρεβάτι απαρατήρητο. Κοιτάξαμε το δικό μας κρεβάτι. Το δάκρυ ήταν αυθόρμητο στα κουρασμένα μου μάτια, στην θεά της φθοράς, η προσπάθεια μου να το συγκρατήσω, χωρίς αποτέλεσμα. Ασυγκράτητος ο πόνος εκείνης της έκπληξης πουνιωσα αντικρίζοντας τον Λίνο. Πόση δύναμη μπορεί ναχει η φθορά πάνω στην ομορφιά. Ο Λίνος ήταν όμορφος, ήθελε νάνε όμορφος. Ποια ομορφιά όμως είναι αδιάφθορη, ποια ομορφιά μπορεί ν’ αντέξει τη δύναμη της φθοράς.

Μια άναρθρη κραυγή ήταν το καλωσόρισμα το εύθυμο, τα κόκκινα του μάτια μέσα στο κρυφό δάκρυ ήταν η αλήθεια του. Έμεινα ακίνητος, χωρίς να ξέρω τι να κάνω και ξαφνικά βρήκα την διέξοδο μου βλέποντας το μπαλκόνι. Με μια φτηνή δικαιολογία για ένα τσιγάρο βγήκα έξω. Ήθελα να κλάψω γοερά μα δεν μπορούσα, δεν έπρεπε να ξέρω την αλήθεια. Έφυγα λοιπόν για το μπαλκόνι να πετάξω την αλήθεια μακριά καθώς έπνιξα τα πνευμονία μου στην ανακουφιστική διέξοδο ενός τσιγάρου. Στην προσπάθεια μου να συνειδητοποιήσω την άγνωστη αλήθεια, τον είδα να κάθεται στην άκρη του μπαλκονιού προσπαθώντας να πνίξει τον δικό του λυγμό, που ήταν πιο προσωπικός, πιο αληθινός απ’ολους τους άλλους, και που έπρεπε, το χειρότερο, να μείνει πιο άγνωστος απ’ολους, μ’ενα τσιγάρο. Το τσιγάρο, η μόνη ψεύτικη λύση για τους ρεαλιστές, μοναδική διέξοδος ακόμη και στην τελευταία απελπισία.

Το πρόσωπο του έκφραση απόγνωσης, μετέωρος σε μια άβυσσο σκέψεων χωρίς ειρμό. Ένιωσα παράξενα, ένιωσα οίκτο, λύπη, συμπάθεια, δεν έπρεπε όμως να δείξω τίποτε, απ’ολα αυτά, ήμουν ένας ξένος, ένα τίποτε από το άγνωστο του που δεν είχε θέση στην δίκια του ιστορία, ένας κατ’ ανάγκη συνάνθρωπος στον ρολό του εισβολέα, συνάνθρωπος με το έτσι θέλω. Ήθελα να ξέρει ότι τον ένιωθα, ότι τον συμπονούσα, ότι τον καταλάβαινα πολύ περισσότερο απ’οτι μπορούσα να δείξω, ότι συμπασχα μαζί του με την δική μου ιστορία, γελοία σκέψη αν συλλογιστώ την προσωρινότητα και την επιφάνεια της δικής μου ανάμνησης, το μέγεθος του βάθους και την διάρκεια, όμως συμπασχα με τον κρυμμένο μου φόβο απόλυτα μαζί του, κι’οτι, τι ειρωνεία, μονό εγώ τελικά μπορούσα να συνειδητοποιήσω εκείνο το ψυχικό χάος που τον κυριάρχησε στα χρόνια της εξερεύνησης, της αναζήτησης, και τώρα της εκτέλεσης, εκείνο το ίδιο που ξύπνησε μέσα μου μετά από τόσα χρόνια.

Τόσες σκέψεις μέσα στο μυαλό, και πολύ αφελής, ανθρώπινη περιέργεια, και τόση σύγχυση, από κεινες τις σπάνιες στιγμές που δεν υπάρχει χώρος, η χρόνος, η χρώμα, παρά μονό μια ανθρωπινή, ψευδαισθησιακή διάσταση μαζί με την ανθρωπινή ψυχή.

Προχώρησα στο ατελείωτο, απάνθρωπο μπαλκόνι προς το μέρος του. Χωρίς ουσιαστικό λόγο, κάτι με έσπρωχνε να πάω κοντά του. Προχώρησα αργά, δειλά και ο ρυθμός της καρδιάς μου πιο γρήγορος απ’το βήμα μου. Γιατί να πάω προς τα κει, τι να ρωτήσω και τι να μάθω, ήμουν γνώστης των αναγκαίων, δεν χρειαζόμουν άλλη γνώση της αλήθειας, τότε δεν είχα την δύναμη να την αντιμετωπίσω.

Δεν υπήρξε τυπική συμπεριφορά, κανένας τύπος, παρά μονό η ψυχρή κεινη ερώτηση για την κατάσταση του ασθενή, του Λίνου, του γιου, του φίλου, του εραστή, του ανθρώπου. Πόσο ηλίθιος μπορεί ναν’ ο άνθρωπος σε στιγμές απόγνωσης. Του είπα ποιος ήμουν, του ήταν αδιάφορο, για κενόν δεν ήμουν παρά ακόμα ένας ξένος, απρόσωπος, χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς σύνδεση προς την τραγωδία, ακόμα μια πόρτα προς τα έξω, προς τον σκληρό κόσμο, προς την άλλη αλήθεια. Ανταλλάξαμε μερικές λέξεις κι’αρχισα να απομακρύνομαι, η θέση μου ήταν με τους ξένους, καμία θέση στην ψυχή του πόνου. Προς στιγμή είχα διώξει την αλήθεια από την σκέψη μου. Κεινη η αλήθεια είχε γίνει μια ψευδαίσθηση απλή, δεν την πίστευα, δεν είχα ξαναδεί τον οχτρο με τόσο ανθρωπινή όψη.

Η Νάγια κι' Δημήτρης ήρθαν έξω στην αποπνικτική αύρα του δειλινού, αύρα απελευθέρωσης απ' το σκοτάδι του αδιέξοδου. Τους είπα την ψευδαίσθηση μου, ήταν αμοιβαία τούτη η ελπίδα. Τα κενά βλέμματα μας κυριάρχησαν την διάθεση για συνομιλία. Κυριάρχησε η ψεύτικη ηρεμία της ψευδαίσθησης εκείνης, πόσο αναγκαία ήταν εκείνη ηρεμία.
Διπλά μας ήρθε και στάθηκε εκείνη η αιωνία μανά, μια άγνωστη με φανερά τα σημάδια του χρόνου και του αγώνα της επιβίωσης χαραγμένα παντού στο κουρασμένο της πρόσωπο. Τα μάτια της ήταν υγρά, πλανεμένα κι’ απροσδιόριστα, τα χείλη της σφικτά, σιδερένια, η έκφραση της σκληρή μα ήρεμη, σχεδόν αγνή.
Άρχισε ν’ απιθώνεται σε μας, μα ήταν φανερό ότι η συνομιλία της ήταν μοναχά με τον Θεό. Το βλέμμα της καρφωμένο πάνω μας, διαπερνούσε την σωματική μας διάσταση, έφτανε στο άπειρο, πλανιόταν κι’ εκεί φαινόταν ότι έβρισκε ανταπόκριση στη στην οπτική της αναζήτηση. Εκεί, κάποιος σίγουρα την ένιωθε, κάποιος την έσπρωχνε να συνεχίσει να ζει, και τούτο το σπρώξιμο την έκανε στιγμιαία να λάμπει και να ορθώνεται ατίθασα, να παλεύει μονή της τη δική της μάχη με κενόν τον ανυπόστατο οχτρο.
Τούτη η παράξενη, η φυσική δύναμη έγινε εκείνη τη στιγμή λέξεις. Λέξεις απλές, λέξεις της υπαίθρου, διάλεκτος του ιδρώτα και της ζωής, λέξεις αιώνιες της ιστορίας, του αγώνα εκείνου που ξεκίνησε από τέτοια πρόσωπα, από τέτοια χέρια για φέρουν το σήμερα και την τραγωδία του τώρα.
Ο καρπός του ερώτα της, της μοναδικής της αμαρτίας πηρέ την μορφή της ακίνητης σάρκας στο τελευταίο κρεβάτι. Κει το βλέμμα της, ο λυγμός της προσευχής της, η ικεσία της για αναβολή έστω και του πόνου, ήταν το άσμα για την λύτρωση, για κεινο το αψιο θαύμα. Παρακαλούσε το Θεό να βάλει το χέρι του, τα λόγια της, και μείς την ψυχή μας την δύναμη της, η σκέψη μου.

Η συνειδητοποίηση της αλήθειας, η πίκρα ολάκερης ζωής. Πικρή η συνειδητοποίηση, πικρή η εμπειρία, κι’ η μάνα αιώνια κι’ αγέρωχη μπρος στα στοιχεία της φύσης, αιώνια πνοή ζωής, η φύση να κατακτά την φύση, το ανθρώπινο στοιχειό να γίνεται δύναμη θεϊκή, υπέρτατη.
Τούτη λοιπόν η ξένη μανά εδίωξε αθέλητα της τη δική μας ψευδαίσθηση, με τα πικρά πονεμένα της λόγια. Παράκληση της να μην πληγωθεί η γιαγιά, να μείνει άγνωστη τούτη η αλήθεια στην γιαγιά του Λίνου. Μην της πάρει κάνεις την τελευταία πνοή ζωής πιο γρήγορα, μην της ξυπνήσει τον πόνο μιας ζωής, τις πληγές του δικού της αγώνα.

Η ψευδαίσθηση έφυγε γρήγορα. Η συνειδητοποίηση άγγιξε την κάρδια μας απότομα μα σκληρά, άκαρδη επίθεση σε μια κάρδια που τόσο επιθυμούσε την ζωή.
Χάθηκε απότομα η υλική διάσταση γύρω από μένα. Η κραιπάλη των συναισθημάτων, η πάλη της ψυχής μου, δυσφορείτε, εγώ και το κενό, εγώ και το τίποτα, εγώ και η αλήθεια σ’ έναν άνισο αγώνα, ο νικητής ήταν ήδη γνωστός.

Ο πειρασμός ήταν αβάσταχτος. Τον παρακολουθούσα με το κρυφό βλέμμα μου, φρίκη η άγνωστη η απόφαση, η σκέψη στριφογύριζε συνεχεία στο μυαλό μου, τι να κάνω, τι να κάνω...
Έπνιξε προσωρινά τον λυγμό του, ξεκουράστηκε με την παροδική ηδονή του τσιγάρου στα πνευμονια του, ανακίνησε το βαρύ κορμί του απ’ το περβάζι του μπαλκονιού και προχώρησε προς το μέρος μας.

Απόλυτη σιωπή ήταν η επικοινωνία μας. Τι να πεις στον άνθρωπο που βλέπει την ψυχή του να σβήνει, να ξεθωριάζει σε κάτι που δεν μπορεί κανένας άνθρωπος να δει, κάνεις να νιώσει, εκεί δουλεύει πια η ανάμνηση, ο απολιθωμένος χρόνος του παρελθόντος, οι όμορφες στιγμές, οι συγκινησιακές στιγμές κεινης της αυλης διέγερσης του μυαλού, της ψυχής, η έκφραση τους στον σωματικό παλμό του ηδονικού πόθου, το ρίγος του κορμιού που γίνεται δάκρυ την στιγμή της αλήθειας. Η αλήθεια, ο πιο σκληρός αφέτης, ο πιο άκαρδος κριτής, η πιο διπλοπρόσωπη, ύπουλη ηθική αρχή της ζωής, απ’ αυτήν ξεκάνει η συνειδητοποίηση κάθε ψυχής, η πραγματοποίηση της στ’ ανθρώπινο μυαλό, η αρχή του τέλους κάθε ψευδαίσθησης και κάθε παρανοϊκής ευτυχίας.

Καπνίσαμε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Εκείνες τις στιγμές δεν ζούσα καθόλου, δεν ήμουν εκεί, δεν ήθελα να ήμουν παρών στον ξεφτίλισμα μιας ζωής, στον ξεφτίλισμα των ονείρων, κεινων των ευαίσθητων περιθωριακών ιδανικών των λίγων, των ελάχιστων σε τούτο τον κόσμο πουχουνε ανυψώσει την ψυχή τους σε μια διάσταση ιδιαίτερη, ακατανόητη στους πολλούς, σ’ έναν κόσμο που βρίσκεται πιο ψηλά από τούτον, σε μια πραγματικότητα υπέρτατου ήθους, ανώτερης λεπτότητας, εξωπραγματικής ευαισθησίας.
Συνέχισα δειλά να τον βλέπω. Τον συμπονούσα, τον ένιωθα, μα τι ναλεγα σε μια ψυχή που έτρεχε να προλάβει την δική της ψυχή, σε μια καρδιά, σ’ ένα κόσμο που προσπαθούσε να δώσει πνοή στην δική του καρδιά. Πέταξα το τσιγάρο κάτω απ’ το μπαλκόνι, και προχώρησα μεσ’ το δωμάτιο του πονεμένου άσματος. Κάθισα δίπλα στα πόδια του Λίνου. Όλος ο Λίνος σ’ ένα βλέμμα απλανές, απροσδιόριστο, μακριά από κάθε συγκεκριμένη έκφραση, μοναδική έκφραση το αόριστο, το άπειρο, το τίποτα.
Έσβησα τον πόνο απ’ το πρόσωπο μου, τον πέταξα βαθειά μεσ’ την ψυχή μου, κι’ άρχισα να μιλώ. Να μιλώ με λέξεις άδειες, λέξεις κούφιες, ανούσιες, ν’ ακούει ότι είμαι εκεί, ότι εκείνη την στιγμή υπάρχω μόνο για κεινον, να καταφέρω κεινα τα σπασμένα απ’ την οδύνη χείλη να σχηματίσουν ένα χαμόγελο, μια ανακούφιση απ’ το τίποτα, την ηρεμία της ψυχής την στιγμιαία και την πολύτιμη. Ο βραχνας της αρρώστιας είχε καταπλακώσει το κορμί του, πηγή του πόθου, του ονείρου, πηγή ηδονής και οργασμού, ανάμνηση στο βωμό της αιωνιότητας, της σπάνιας, της κοινής κατανόησης.
Η ομορφιά είχε γίνει πόνος, έκκληση βοηθείας σ’ ένα πρόσωπο σημαδεμένο, θεατρική έκφραση της προσωπικής του τραγωδίας.

Η δύναμη μου μ’ εγκατέλειψε. Γύρισα το κεφάλι απεγνωσμένα αναζητώντας διέξοδο. Κοίταξα την μάνα, την τελευταία ώθηση της ζωής του, τελευταία και πρώτη δύναμη η ιστορικότητα τούτης της ζωής μας. Στεκόταν δίπλα μου αγέρωχη, ζωντανή, μια υπερφυσική ώθηση της έδινε δύναμη ζωής, ενέργειας, η μανά του, αρχή και πηγή της ζωής του.
Μιλήσαμε για λίγο, την ένιωσα στιγμιαία δικια μου μανά. Παρέδωσα την θέση μου στην Νάγια και στον Δημήτρη, και ξανάφυγα για την λύση της απόγνωσης στο μπαλκόνι.
Τα φύλλα των δέντρων ακίνητα, σοβαρά, όλα κοίταζαν εμένα, αμέτρητα μάτια πάνω μου, παράξενο, σκέφτηκα, μονό απέναντι στα στοιχειά της μάνας φύσης δεν νιώθω ντροπή για την γύμνια μου. Μάτια που με διαπερνούσαν κι’ έφταναν στο κρεβάτι του Λίνου. Όλη η φύση μαζί του, όλη η ανθρωπότητα μαζί του, αυτή σαν Διγενής κατέβαινε μαζί του στα μαρμαρένια αλώνια για την τελευταία μάχη. Κι’ φύση ακίνητη, αποφασισμένη, θαρραλέα και φοβισμένη. Έτοιμη για την τελευταία θυσία στο βωμό του ψεύτικου ονείρου, έτοιμη για την είσοδο στην οδό της αιωνιότητας.

Καμία πνοή άνεμου κάτω απ’ το υποβλητικό φως του δειλινού. Με παραξένεψε πόσο ήρεμα μπορεί να τελειώσει μια μέρα, πόσο αρμονική μπορεί νάνε η αρχή της νύκτας, τόσο αντιθετική με το σούρουπο της ανθρώπινης ψυχής, ένας υπέροχος χορός της ηρεμίας με τον τρόμο.
Ο ουρανός απέραντος δεχόταν το χάδι του δειλινού, τα χρώματα χόρευαν το δικό τους τελευταίο ταγκό, και κλείνοντας τα μάτια δεκτικά την απόφαση να γυρίσουμε στο σπίτι παθητικά, νιώθοντας ηττημένος, αδύναμος ν’ αντιδράσω διαφορετικά.
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,